Ήδη από χθες ξεκίνησε η δημόσια διαβούλευση για τη μορφή που θα λάβει στην Ελλάδα το ηλεκτρονικό τιμολόγιο -θα ολοκληρωθεί στις 10 Απριλίου 2012- ώστε να προκύψει ένα ενιαίο πρότυπο το οποίο θα ακολουθούν όλες οι επιχειρήσεις. Η δυνατότητα χρήσης του ηλεκτρονικού τιμολογίου θα καταστεί εφικτή σε περίπου ένα μήνα από σήμερα για όλες τις επιχειρήσεις με την υιοθέτηση του ψηφιακού προτύπου, ωστόσο η υποχρεωτική χρήση του στο Δημόσιο εκτιμάται οτι θα καταστεί εφικτή μετά από τουλάχιστον ένα χρόνο.
Άγνωστο παραμένει ακόμη αν, πότε και σε ποιες εταιρείες (βιβλία, ύψος κύκλου εργασιών, όγκος τιμολογίων, κ.α) ή για ποιές δραστηριότητες, θα καταστεί υποχρεωτική η έκδοση ηλεκτρονικών παραστατικών και τιμολογίων. Πρόθεση ωστόσο της Κυβέρνησης, όπως είχε ανακοινωθεί ήδη από τον περασμένο Αύγουστο, είναι να γίνει σε κάθε περίπτωση άμεσα υποχρεωτική η χρήση τους σε όλες τις εμπορικές συναλλαγές με το δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Αρκετοί επιχειρηματίες δεν αποκλείουν η υποχρεωτική χρήση ηλεκτρονικών τιμολογίων στις συναλλαγές με το Κράτος να λειτουργήσει ως πιθανή “δαγκάνα” για επιχειρήσεις που έχουν οφειλές προς το Δημόσιο (ΦΠΑ, κ.α), καθώς μια από τις ενέργειες που έχουν εξεταστεί είναι το υπουργείο Οικονομικών να απαγορεύει την έκδοση τιμολογίων σε όσες εταιρείες χρωστούν.
Από την άλλη πλευρά η συμβολή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης μέσω μοναδικού ψηφιακού ίχνους θα έχει αδιαμφησβήτητα οφέλη ως προς την καταπολέμηση της βιομηχανίας έκδοσης πλαστών και εικονικών τιμολογίων και της διαφθοράς με τις δημόσιες υπηρεσίες, αφού εά;ν και εφόσον υπάρξει ποτέ ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα, η διασταύρωση των στοιχείων μέσω της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων θα είναι παιχνιδάκι.
Σήμερα μόλις το 2,5% των τιμολογίων που κόβονται στην Ελλάδα -περίπου 6 – 7 εκατ. σε σύνολο 250 εκατομμυρίων τιμολογίων- εκδίδονται ηλεκτρονικά από περίπου 3.000 επιχειρήσεις, οι οποίες πάντως είναι υποχρεωμένες να τα τηρούν και σε έγχαρτη μορφή. Οι επιχειρήσεις που αξιοποιούν τα ηλεκτρονικά τιμολόγια ανήκουν κυρίως στην αγορά του λιανικού εμπορίου η οποία χαρακτηρίζεται από μεγάλο όγκο συναλλαγών και ανταλλασσόμενων τιμολογίων αντίστοιχα. Στην Ευρώπη το ποσοστό των τιμολογίων που διακινούνται ηλεκτρονικά κυμαίνεται περίπου στο 70%.
Προς το παρόν με υπουργική απόφαση έχει προβλεφθεί η δυνατότητα ηλεκτρονικής καταχώρησης των δελτίων αποστολής, την οποία εφόσον ακολουθούν οι επιχειρήσεις, δεν υποχρεούνται να διατηρούν τα ίδια δελτία σε χαρτί.
Την ίδια στιγμή οι επιχειρήσεις που πωλούν από εξειδικευμένα προγράμματα πληροφορικής μέχρι ηλεκτρονικούς υπολογιστές, βρίσκονται με το όπλο παρά πόδας για τη νέα μεγάλη “μπίζνα” που αναμένεται να ανοίξει από την επέκταση της χρήσης ηλεκτρονικούν τιμολογίου και παραστατικών. Η ηλεκτρονική τιμολόγηση θα περάσει ουσιαστικά στο μέλλον μέσα από τέτοιες εξειδικευμένες εταιρείες -”μεσάζοντες”, που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικής τιμολόγησης, με κορυφαίες του κλάδου τις Seagha, Accountis Solutions, Elma, τη βορειοαμερικάνικη Emergis Inc, τη βέλγικη Isabel, την XiCrypt Technologies GmbH, τη Norway Post (Νορβηγικά Ταχυδρομεία), κ.ά.
Ο δρόμος, ωστόσο, μέχρι την γενικευμένη χρήση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης από τις περίπου 800.000 ελληνικές επιχειρήσεις θα είναι μακρύς, δεδομένων τόσο των δυσκολιών “προσαρμογής” που εκ των πραγμάτων θα αντιμετωπίσουν χιλιάδες μικρομεσαίες και οικογενειακές κυρίως επιχειρήσεις, όσο και της ανάγκης εκσυγχρονισμού του θεσμικού πλαισίου αλλά και της βραδύτητας του κρατικού μηχανισμού να διασυνδέσει κυρίως τις φορολογικές υπηρεσίες του και να καταστήσει αποτελεσματική την αποδοτικότητα του μέτρου.
Σήμερα δεν υπάρχει ακόμη ηλεκτρονική διασύνδεση κρατικών φορέων (λ.χ της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων) με τους εκδότες παραστατικών (τιμολογίων και δελτίων αποστολής) και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει άμεση διασταύρωση στοιχείων, να ελεγχθεί η ροή του ΦΠΑ και να υπάρξει αυτόματος και άμεσος έλεγχος τιμολογίων. Για να πραγματοποιηθούν δε έλεγχοι με τη μέθοδο της αντιπαραβολής των ηλεκτρονικών συνόψεων και των συγκεντρωτικών καταστάσεων, χρειάζεται να περάσουν ακόμη και 1-2 χρόνια μετά τη συναλλαγή.
Σύμφωνα πάντως με μελέτη του ΣΕΒ για την ηλεκτρονική τιμολόγηση, η υποχρεωτική καθιέρωση της θα μπορούσε να εξοικονομήσει μέχρι και 1,2 δισ. ευρώ από το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.
Τα περίπου 7 εκατ. τιμολόγια που διακινούνται σήμερα ηλεκτρονικά έχει υπολογιστεί ότι έχουν συνολικό κόστος 16,8 εκατ. ευρώ (2,4 ευρώ /τιμολόγιο), ενώ το κόστος των άλλων 243 εκατ. τιμολογίων που διακινούνται με τον παραδοσιακό τρόπο είναι τριπλάσιο και ξεπερνά τα 1,749 δισ. Ευρώ (7,20 ευρώ/τιμολόγιο). Ο ΣΕΒ υπολόγισε οτι μέσω της πλήρους ηλεκτρονικοποίησης της διαδικασίας τιμολόγησης, το κόστος θα έπεφτε στα 2,4 ευρώ ανά τιμολόγιο και συνολικά στα 600 εκατ. ευρώ.
Στην ίδια μελέτη υπολογίστηκε επίσης οτι:
-Το κόστος για την χρήση ενδιάμεσου πάροχου στην Ελλάδα κυμαίνεται μεταξύ 0,15 – 0,60 ευρώ/τιμολόγιο, ανάλογα με τον συνολικό όγκο συναλλαγών, καθώς και μηνιαίες χρεώσεις που κυμαίνονται από 15 – 100 ευρώ.
-Tο κόστος για χρησιμοποίηση πλατφόρμας ηλεκτρονικής τιμολόγησης εξειδικευμένου παρόχου ανέρχεται σε 800 - 1000 ευρώ για μικρές επιχειρήσεις και σε 5.000 - 20.000 ευρώ για μικρομεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις στις οποίες είναι επιθυμητή η πλήρης αυτοματοποίηση των διαδικασιών μέσω EDI / ERP Integration.
- Το κόστος υποστηρικτικών υπηρεσιών (π.χ. παραμετροποιήσεις κ.α.) ανέρχεται στο 20% - 40% του κόστους.
- Αντίστοιχα ο χρόνος υλοποίησης κυμαίνεται από μόλις 2 – 5 ημέρες για μικρές επιχειρήσεις μέχρι 2 – 8 εβδομάδες για μικρομεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις.
Το υπουργείο Ανάπτυξης έχει κάνει μια αρχική προσέγγιση για την περίπτωση κρατικών ενισχύσεων των επιχειρήσεων με «κουπόνι». Αρχικά εκτιμάται ότι μπορούν να συμμετέχουν οι επιχειρήσεις που εκδίδουν τα τιμολόγιά τους μηχανογραφικά, οι οποίες υπολογίζονται στις 80.000 ενώ το κόστος προσαρμογής να επιχείρηση υπολογίζεται οτι δεν θα υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ. Επομένως με ένα ποσοστό ενίσχυσης 50% το σύνολο, ανέρχεται στα 40 εκατ. ευρώ.
(Πηγή: capital)
