
Τη σιγουριά των προθεσμιακών καταθέσεων συνεχίζουν να επιλέγουν οι Έλληνες καταθέτες, καθώς τα επιτόκια παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ενώ η αβεβαιότητα «διαβρώνει» την αίγλη παραδοσιακών επενδυτικών εργαλείων, όπως είναι οι μετοχές και τα νομίσματα. Ακόμα και τα... μεγαλύτερα πορτοφόλια, αυτά, δηλαδή, που απολαμβάνουν τις υπηρεσίες των τμημάτων private banking, «παραβλέπουν» τις υψηλές αποδόσεις και κινούνται συντηρητικά.
Ο φόβος της εξόδου της χώρας από το ευρώ μπορεί να έχει μειωθεί αισθητά, ωστόσο οι ακραίες συνθήκες που επικράτησαν σχεδόν στο σύνολο του 2012... άφησαν το στίγμα τους. Πλέον, οι ορέξεις των επενδυτών είναι «συγκρατημένες». Αυτό γίνεται αντιληπτό σε όλο το φάσμα των επενδυτικών τάξεων, από τις απλές καταθέσεις μέχρι τα πιο σύνθετα δομημένα εργαλεία.
Η ρευστότητα είναι το βασικό ζητούμενο στις σημερινές συνθήκες, που χαρακτηρίζονται από μεταβλητότητα. Ακολουθεί η αντιστάθμιση κινδύνου, ενώ οι υψηλές αποδόσεις που στο παρελθόν αποτελούσαν το... άγιο δισκοπότηρο των επενδύσεων, σήμερα μπαίνουν στο περιθώριο. Προθεσμιακές, αμοιβαία κεφάλαια διαθεσίμων, προϊόντα με διπλά νομίσματα και κάθε λογής επενδύσεις συνθέτουν την γκάμα των επιλογών.
Ξένοι οίκοι
Όσοι Έλληνες αποταμιευτές επιλέγουν να προσφύγουν στα τμήματα private banking μεγάλων ξένων οίκων αναζητούν την εγγύηση μεγάλων τραπεζών σε προθεσμιακές καταθέσεις, ξένα νομίσματα αλλά και υβριδικά προϊόντα, πολλές φορές κατά παραγγελία δομημένα.
Με την ανασφάλεια για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να μην έχει ακόμη αρθεί ολοκληρωτικά και την αβεβαιότητα που προκαλεί σε κάποιους η συνεχής εναλλαγή απόψεων για τη φορολογική αντιμετώπιση του πλούτου, πολλοί είναι εκείνοι που προσφεύγουν στη σιγουριά που θεωρούν ότι τους παρέχουν τα ξένα τμήματα private banking.
Όμως, οι μεγάλες ξένες τράπεζες δεν ασχολούνται όλες με όλα τα εισοδήματα. Και, καθώς είναι λιγοστοί εκείνοι που διαθέτουν τα ποσά που απαιτούνται για να ασχοληθούν μαζί τους τα αρμόδια γραφεία wealth management κολοσσών όπως η UBS ή η Credit Suisse, στρέφονται σε ελληνικές τράπεζες.
Οι ξένες τράπεζες που κυρίως απευθύνονται σε Έλληνες επενδυτές είναι η Credit Suisse και η UBS, η γερμανική Deutsche Bank, χρηματοοικονομικές τράπεζες-boutique, όπως η βρετανική Coots και οι ελβετικές Lombard Odier και Pictet, και αμερικανικοί κολοσσοί, όπως η J.P. Morgan Chase Manhattan, βρετανικοί, όπως η Royal Bank of Scotland και η Barclays, και γαλλικοί, όπως η Credit Agricole. Τα χρηματοοικονομικά κέντρα στα οποία έχουν έδρα περιλαμβάνουν, όμως, και τη Σιγκαπούρη, το Λουξεμβούργο ή το Χονγκ Κονγκ και όχι μόνο το Λονδίνο, τη Φρανκφούρτη και τη Γενεύη ή τη Ζυρίχη.
Στόχος τους χαρτοφυλάκια των Ελλήνων high net worth individuals (HNWI) και τα οποία ορίζονται ως προσωπικοί ή οικογενειακοί λογαριασμοί που αφορούν ιδιωτικά κεφάλαια άνω των 3 με 5 εκατομμυρίων ευρώ.
Τι προτείνουν, όμως, στους πελάτες τους και τι προϊόντα συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον;
1. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του «Κ», το μεγαλύτερο ποσοστό των κεφαλαίων τοποθετείται στις λεγόμενες fiduciary καταθέσεις. Πρόκειται ουσιαστικά για τις γνωστές και στην Ελλάδα προθεσμιακές. Όπως επισημαίνουν ξένοι private bankers στο «Κ», στις fiduciary τοποθετήσεις προσφέρονται αυτόν τον καιρό αποδόσεις μεταξύ 0,5% και 2%, ανάλογα με την τράπεζα, το ύψος των κεφαλαίων και τον πελάτη. Αν και χαμηλές σε σχέση με τις προσφερόμενες αποδόσεις ελληνικών τραπεζών, προτιμώνται, εξαιτίας της εγγύησης που θεωρητικά προσφέρουν τόσο μεγάλες τράπεζες.
2. Πολύ μεγάλο μέρος κατευθύνεται και στις τοποθετήσεις dual currency, που αφορούν επενδύσεις σε δύο νομίσματα, ώστε να εξασφαλίζεται ο κεφαλαιούχος από τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις. Εδώ οι επιλογές είναι πολλές, με τη συνηθέστερη, όμως, να είναι σε ευρώ και δολάρια. Πα τους διαθέτοντες όρεξη για υψηλότερο ρίσκο, προεκτείνονται και σε πιο εξωτικά νομίσματα, όπως στη νορβηγική κορώνα και, βέβαια, στο ελβετικό φράγκο.
3. Η τρίτη βασική κατηγορία τοποθετήσεων είναι τα structured ή tailor made προϊόντα, που αποτελούν δομημένα προϊόντα με στοχευμένες αποδόσεις, τα οποία δομούνται κατά παραγγελία και σύμφωνα με το προφίλ ρίσκου που αναζητά ο επενδυτής. Αυτές μπορεί να περιλάβουν μετοχές, επιχειρηματικά και κρατικά ομόλογα, εναλλακτικές επενδύσεις σε πολύτιμα μέταλλα και hedge funds, fund of funds και λιγότερο συχνά σε συμμετοχές σε κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών, όπως τα private equities ή venture capitals.
4. Συχνή επιλογή είναι και τα αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων (money market funds), που προσφέρουν μεγάλη ρευστότητα, αλλά χαμηλές αποδόσεις, αφού πρακτικά ισοδυναμούν με διακράτηση ρευστότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη μεγάλη έξοδο κεφαλαίων από την Ελλάδα προεκλογικά το 2011 δισεκατομμύρια ευρώ κατευθύνθηκαν σε αμοιβαία της Pictet στο Λουξεμβούργο.
Σε dual currency προϊόντα οι αποδόσεις τυπικά είναι της τάξης του 2% έως 5%, ανάλογα με το νόμισμα επιλογής. Στα δομημένα προϊόντα, όπου το ρίσκο είναι σημαντικά υψηλότερο, οι αποδόσεις μπορεί να είναι της τάξης του 5% έως και 10%. Πολλά από αυτά τα δομημένα είναι και εγγυημένου κεφαλαίου, αλλά αυτό προϋποθέτει τη δέσμευση των κεφαλαίων για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, συνήθως από 3 έως και 5 χρόνια.
Ακόμα μία υπηρεσία που είναι διαθέσιμη στα private banking τμήματα του εξωτερικού είναι αυτή του tax planning, καθώς η διασυνοριακή μεταφορά κεφαλαίων συνεπάγεται σημαντικές επιβαρύνσεις, που μπορεί να διαβρώσουν τις αποδόσεις, επισημαίνουν στο «Κ» private bankers.
Για τον λόγο αυτό, όπως και επειδή οι αποδόσεις είναι σχετικά περιορισμένες, ενώ οι προμήθειες διαχείρισης των ξένων πολύ υψηλές, η απόφαση προσφυγής σε private banking υπηρεσίες ξένης τράπεζας δεν είναι μια απόφαση που λαμβάνεται από πολλούς.
Βλέπουν διάθεση για ρίσκο, προειδοποιούν για διόρθωση
Οι private bankers της J.P. Morgan Asset Management, και συγκεκριμένα η Global Multi-Asset Group, ομάδα διαχείρισης παγκόσμιων χαρτοφυλακίων διαφόρων κατηγοριών επένδυσης, αυτήν την εποχή εκτιμούν ότι ενδέχεται σύντομα να υπάρξει κάποια διόρθωση για τους τίτλους που ενέχουν κίνδυνο και η διαδικασία αυτή, μάλιστα, ίσως έχει ήδη αρχίσει. Για παράδειγμα, το ποσοστό των μετοχών στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης των οποίων οι τιμές διαμορφώνονται υψηλότερα από τον μέσο όρο των 200 ημερών, και μάλιστα στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας διετίας, υπερβαίνει το 80%.
Ο σχετικός δείκτης της Credit Suisse καταγράφει σαφή αναθέρμανση της διάθεσης ανάληψης κινδύνου. Επίσης, οι μετοχές εξακολουθούν να εμφανίζονται κατά πολύ «υπεραγορασμένες» σε σχέση με τα ομόλογα. Ταυτόχρονα, τα εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα μεταβλητότητας σε όλες τις κατηγορίες επένδυσης εξακολουθούν να τροφοδοτούν τις συζητήσεις για το εάν το πραγματικό επίπεδο κινδύνου δεν εκτιμάται επαρκώς.
Πέρα, όμως, από αυτές τις ανησυχίες για θέματα τακτικής φύσης, η J.P. Morgan Asset Management εξακολουθεί να θεωρεί ότι τα θετικά στοιχεία θα συνεχίσουν να επικρατούν, καθώς οι μακροοικονομικές συνθήκες σταδιακά βελτιώνονται, οι κεντρικές τράπεζες εξακολουθούν να παρέχουν επιθετικά μέτρα τόνωσης και οι κατανομές σε μετοχές διατηρούνται ακόμη σε συγκρατημένα επίπεδα. Συνεπώς, διατηρείται η θετική άποψη για τις επενδύσεις που ενέχουν κίνδυνο.
Στα χαρτοφυλάκια που περιλαμβάνουν διάφορες κατηγορίες επένδυσης διατηρείται, έτσι, η αυξημένη στάθμιση στις μετοχές. Στους τίτλους σταθερού εισοδήματος προτιμώνται τα επιχειρηματικά ομόλογα έναντι των κρατικών. Στα ισορροπημένα χαρτοφυλάκια, σε επίπεδο περιοχών, για τις μετοχές επιλέγονται οι ΗΠΑ, η Ευρώπη πλην Βρετανίας, ο Καναδάς, το Χονγκ Κονγκ και η Ιαπωνία.
Οι εισηγήσεις των ειδικών από τις ελληνικές τράπεζες
Τη στρέβλωση που δημιούργησε στο private banking αρχικά η κρίση μετά την πτώση της Lehman Brothers και στη συνέχεια η κρίση χρέους της Ευρωζώνης επισημαίνουν στελέχη του εγχώριου κλάδου, εξηγώντας το μεγάλο ποσοστό προθεσμιακών καταθέσεων στα χαρτοφυλάκια, καθώς τα αντίστοιχα τμήματα ξένων οίκων δεν περιλαμβάνουν τοποθετήσεις σε καταθέσεις.
Σύμφωνα με τους ίδιους, οι περισσότεροι Έλληνες επενδυτές τοποθετούνται σε προθεσμιακές καταθέσεις σε ευρώ και σε αμοιβαία κεφάλαια, αναζητώντας σιγουριά. Παρ΄ όλα αυτά, δεν πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι εδώ και λίγους μήνες η αγορά έχει μπει σε μια λογική «risk on». Αυτό φαίνεται τόσο από τις επιτυχημένες εκδόσεις εταιρικών ομολόγων ελληνικών ομίλων όσο και από τη σταδιακή μετατόπιση των... ψαγμένων επενδυτών από τα ομόλογα στις μετοχές.
Οι «ειδικοί», λοιπόν, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η αποστροφή κινδύνου συνεχίζει να αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό του Έλληνα επενδυτή, σε μικρότερη, ωστόσο, έκταση.
Μια κατηγορία επενδύσεων που δείχνει σημάδια «ανάκαμψης», έπειτα από μια μακρά περίοδο... ακινησίας, είναι αυτή των εταιρικών ομολόγων. «Η επιτυχημένη έκδοση του ΟΤΕ είχε αντίκτυπο στο κλίμα για τις εν λόγω επενδύσεις, ενώ το υψηλό επιτόκιο προσφέρει αποδόσεις που δύσκολα μπορούν να αγνοηθούν», τονίζει private banker μεγάλης ελληνικής τράπεζας. Η τάση δεν έχει ακόμη ορμή, ωστόσο, στο σημείο που φτάσαμε, ακόμα και οι πρώτες ενδείξεις αποτελούν σημαντικό γεγονός, προσθέτει ο ίδιος.
Σε ό,τι αφορά τις εγχώριες μετοχές, η τάση που επικρατεί θέλει τους επενδυτές να ακούν χρηματιστήριο και... να τρέχουν. Υπάρχουν και οι τολμηροί, καθώς κι εκείνοι που θεωρούν ελκυστικές τις χαμηλές αποτιμήσεις ισχυρών παικτών της ελληνικής αγοράς. Στις επενδύσεις εκτός Ελλάδας, οι Έλληνες αρχίζουν να επιλέγουν περισσότερες μετοχές, όχι όμως με δραματικό τρόπο. Σε επίπεδο συναλλάγματος, αρκετοί έχουν άποψη και το τελευταίο διάστημα δείχνουν ενδιαφέρον για το δολάριο ΗΠΑ και το δολάριο Αυστραλίας.
Αναφορικά με τα πιο πολύπλοκα εργαλεία, προσφέρονται, ανάλογα πάντα με το προφίλ του επενδυτή, dual currency, range accruals και capital guarantee προϊόντα. Τα πρώτα είναι καταθετικά προϊόντα συνδυασμένα με options, τα δεύτερα αφορούν προϊόντα που συνδέουν την απόδοση της επένδυσης εντός ενός καθορισμένου εύρους διακύμανσης και τα τρίτα είναι χαμηλού ρίσκου με εγγύηση κεφαλαίου.
Στα συντηρητικά χαρτοφυλάκια του ελληνικού private banking τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνουν οι προθεσμιακές καταθέσεις (40%-60%, εκ των οποίων 85% σε ευρώ και 15% σε δολάρια). Ακολουθούν τα ομόλογα, σε ποσοστό έως και 30% (70% κρατικά - 30% εταιρικά), ενώ λίγο μικρότερο ποσοστό έχουν οι μετοχές. Από αυτές προτιμάται ένα χαρτοφυλάκιο παγκόσμιων μετοχών ή ευρωπαϊκών (περίπου 8%).
Στα μικτά χαρτοφυλάκια οι καταθέσεις υποχωρούν κάτω από το 20% του συνόλου της επένδυσης. Τα ομόλογα σε αυτήν την περίπτωση υποχωρούν στο 22%, ενώ «κερδισμένες» βγαίνουν οι μετοχές, μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων. Σε ένα ποσοστό 55% επί του συνόλου για τις μετοχές, το περίπου 17% τοποθετείται σε ευρωπαϊκούς τίτλους, το 16% σε αμερικανικούς, το 13% σε παγκόσμιους και μόλις το 4% σε ασιατικούς.
(Πηγή: εφημερίδα «Κεφάλαιο»)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:
