Η ένταση της διένεξης υπήρξε, μάλιστα, τόσο σφοδρή που έφερε για πρώτη φορά χθες σε δεύτερο πλάνο τις διαπραγματεύσεις μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και της τρόικας για την ολοκλήρωση του πακέτου των περικοπών. Η αρχή έγινε από την επικεφαλής του Ταμείου κυρία Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία έσπευσε να καταστήσει σαφές ότι το ΔΝΤ διατηρεί τον στόχο για χρέος όχι υψηλότερο από 120% του ΑΕΠ το 2020 και ότι η Ελλάδα στην περίπτωση επιμήκυνσης του προγράμματός της αντιμετωπίζει σημαντικό χρηματοδοτικό κενό.
ΔΙΑΡΡΟΕΣ
Αφορμή των δηλώσεων Λαγκάρντ υπήρξαν ανεπίσημες διαρροές αξιωματούχων της ΕΕ αλλά και δημοσιεύματα του ξένου Τύπου, που ανέβαζαν το χρηματοδοτικό κενό στην περίπτωση επιμήκυνσης στα 20 δισ. ευρώ - 30 δισ. ευρώ με τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο των Χριστιανοδημοκρατών κ. Μ. Μάιστερ, να εκτιμά πως κάτι τέτοιο δεν θα περνούσε από το γερμανικό Κοινοβούλιο. Την ίδια, ωστόσο, στιγμή προέκρινε ως λύση κάλυψης του κενού την εμπροσθοβαρή χορήγηση οικονομικής βοήθειας από το δεύτερο πακέτο.
«Υπολογίζουμε ότι το χρηματοδοτικό κενό που θα δημιουργηθεί αν πάρουμε τη διετή παράταση θα διαμορφωθεί στα 13 με 15 δισ. ευρώ», τόνισε από την πλευρά του ο υπουργός Οικονομικών κ. Ι. Στουρνάρας, εκτιμώντας παράλληλα ότι αυτό είναι δυνατό να καλυφθεί στο πλαίσιο του υφιστάμενου προγράμματος και χωρίς περαιτέρω επιβάρυνση των Ευρωπαίων πολιτών.
Στους εναλλακτικούς τρόπους χρηματοδότησης αναφέρθηκε με έγγραφό του προς τη Βουλή και ο αν. υπουργός Οικονομικών κ. Χρ. Σταϊκούρας, ο οποίος παραδέχθηκε ότι μπορεί να υπάρξει χρηματοδοτικό κενό σε περίπτωση επιμήκυνσης, προτείνοντας ως λύση τη μετακύλιση του χρόνου αποπληρωμής των ομολόγων που κατέχει η ΕΚΤ.
ΣΥΣΚΕΨΗ
Μέσα στο κλίμα αυτό πραγματοποιήθηκε αργά χθες το βράδυ μία ακόμη σύσκεψη του οικονομικού επιτελείου στο Μέγαρο Μαξίμου υπό τον πρωθυπουργό κ. Αντ. Σαμαρά, με αντικείμενο την οριστικοποίηση του πακέτου περικοπών των 11,5 δισ. ευρώ, τη διαμόρφωση των βασικών κατευθύνσεων του φορολογικού νομοσχεδίου και την εξεύρεση των επιπλέον 2 δισ. ευρώ από την πλευρά των εσόδων αλλά και την επιτάχυνση των εκκρεμών μεταρρυθμίσεων.
Ολα, πάντως, δείχνουν ότι η δόση θα καθυστερήσει σημαντικά. Η τρόικα δεν αναμένεται στην Αθήνα πριν από την ερχόμενη Δευτέρα και ήδη το ορόσημο του Eurogroup της 8ης Οκτωβρίου δείχνει να ξεθωριάζει, καθώς οι περισσότεροι Ελληνες και ξένοι αξιωματούχοι φαίνεται ότι έχουν συμφιλιωθεί με την ιδέα της νέας αναβολής του ελληνικού ζητήματος. Ακόμη και αυτή η Σύνοδος Κορυφής στις 18 και 19 Οκτωβρίου μπορεί να περάσει χωρίς η Ελλάδα να έχει λάβει την έγκριση της νέας δόσης. Κάτι, που δικαιολογημένως φουντώνει τα σενάρια προηγούμενων ημερών, σύμφωνα με τα οποία η έκθεση αξιολόγησης για την ελληνική οικονομία δεν πρόκειται να δημοσιοποιηθεί πριν από τη διεξαγωγή των αμερικανικών εκλογών στις 6 Νοεμβρίου. Ισως ακριβώς για τον λόγο αυτόν κάθε άλλο παρά τυχαία μπορεί να θεωρηθεί η χθεσινή, εκτός ατζέντας, συνάντηση του υπουργού Οικονομικών κ. Ι. Στουρνάρα με τον πρέσβη των ΗΠΑ κ. Ντ. Σμιθ.
Ενστάσεις για το χρέος και από το εσωτερικό
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ενστάσεις του ΔΝΤ ως προς τη βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους δεν είναι οι μοναδικές που εκφράζονται. Σε πρόσφατη μελέτη του, το ΚΕΠΕ υποστηρίζει ότι η μείωση του δημόσιου χρέους κάτω από το 120% του ΑΕΠ το 2020 είναι εφικτή μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι από τα οκτώ συνολικά σενάρια που αναλύει η μελέτη μόνο σε ένα καλύπτεται το κριτήριο της βιωσιμότητας (χρέος 118,4% του ΑΕΠ το 2020). Στις υπόλοιπες επτά περιπτώσεις το χρέος μπορεί να κυμαίνεται μεταξύ 121,65% και 151,22% του ΑΕΠ.
Οι προϋποθέσεις για την επίτευξη του καλού σεναρίου είναι:
1. Η χρονική επιμήκυνση του προγράμματος προσαρμογής στα 4 έτη (2013-16) με την ανάκαμψη να έρχεται νωρίτερα απ’ ό,τι αναμένεται έως τώρα.
2. Χαμηλότερο επιτόκιο του ανεξόφλητου χρέους στο 3,5%.
3. Η σημαντική απομείωση του αποθέματος του χρέους το 2012, κατά 45 δισ. ευρώ αν υποτεθεί πως η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών υλοποιείται άμεσα μέσω του EFSF/ESM αντί μέσω του ελληνικού δημόσιου χρέους.
4. Εσοδα από αποκρατικοποιήσεις, τα οποία μειώνουν άμεσα το υπάρχον απόθεμα χρέους με ρυθμό 5 δισ. ευρώ ανά έτος και 15 δισ. ευρώ συνολικά.
Οπως επισημαίνει το ΚΕΠΕ, με κατάλληλο συνδυασμό αυτών των προϋποθέσεων, οι οποίες συνθέτουν ένα πλαίσιο «διαπραγμάτευσης», είναι πιθανό να επιτευχθεί ο στόχος του 120,0% του χρέους/ΑΕΠ έως το 2020 ή ακόμη και να διαμορφωθεί σε ελαφρώς χαμηλότερα επίπεδα με «επιτεύξιμα» πρωτογενή πλεονάσματα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, υπό οποιεσδήποτε «χρήσιμες» υποθέσεις εργασίας (στις οποίες, δεν θα έπρεπε να παραλείψει κάποιος να ενσωματώσει το ενδεχόμενο «κουρέματος» του χρέους που βρίσκεται στην κατοχή του επίσημου τομέα, δηλ. το OSI), η απαιτούμενη δημοσιονομική προσαρμογή προϋποθέτει τη δημιουργία σημαντικού ύψους πρωτογενών πλεονασμάτων σε όλη τη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προσαρμογής.
(Πηγή: Κέρδος)
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:
