Η απόδοση όμως των τραπεζικών καταθέσεων γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν συνεκτιμηθούν και οι απώλειες που κατέγραψαν άλλες κατηγορίες επενδύσεων, όπως μετοχές, ακίνητα και ομόλογα.
Αν για παράδειγμα οι μετοχές στο Χρηματιστήριο της Αθήνας έχουν υποχωρήσει κατά 75% τα τελευταία 2,5 χρόνια, τότε ο επενδυτής που στις αρχές του 2010 θα μπορούσε να αγοράσει 1.000 μετοχές μιας εταιρείας, σήμερα -με το ίδιο ποσό κατάθεσης, συν τους εισπραχθέντες τόκους- θα μπορούσε να αποκτήσει γύρω στις 3.700 μετοχές της ίδιας εταιρείας.
Αν επίσης, κάποιος στις αρχές του 2010 είχε καταθέσεις που αρκούσαν για να αγοράσει (τότε) ένα διαμέρισμα τεσσάρων δωματίων, σήμερα με το ίδιο ποσό κατάθεσης και τους εισπραχθέντες τόκους θα μπορούσε να αποκτήσει το ίδιο διαμέρισμα συν πιθανότατα και μια γκαρσονιέρα.
Ωστόσο, όπως ισχύει σε όλες τις επενδύσεις, τα δεδομένα του παρελθόντος σε καμιά περίπτωση δεν αποτελούν εγγύηση για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στο μέλλον.
Άλλωστε, η μεγαλύτερη πρόκληση που καλείται να αντιμετωπίσει η τοποθέτηση προθεσμιακών καταθέσεων σε ελληνική τράπεζα είναι η πιθανότητα εξόδου της χώρας από τη ζώνη του ευρώ, όσο και αν αυτή (σύμφωνα με τους αναλυτές) έχει περιοριστεί βραχυπρόθεσμα, μετά τις εκλογές της 17ης Ιουνίου.
Για το λόγο αυτό άλλωστε και τα επιτόκια των τραπεζικών καταθέσεων είναι τόσο ψηλά στην Ελλάδα, σε μια περίοδο που το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας βρίσκεται στο ιστορικό χαμηλό του σημείο.
Τι προσφέρει η αγορά
Κάτω λοιπόν από αυτές τις συνθήκες της αγοράς, οι τράπεζες δίνουν μάχες για την προσέλκυση καταθέσεων, καταφέρνοντας μάλιστα να συνδυάσουν τις δεσμευμένες καταθέσεις με σημαντική ρευστότητα για τους πελάτες (π.χ. προπληρωμή τόκων, καταβολή τόκων σε τακτά χρονιά διαστήματα, δυνατότητα αναλήψεων χωρίς ποινή (penalty) σε συγκεκριμένες ημερομηνίες κατά την περίοδο της δέσμευσης κ.λπ.).
Με βάση λοιπόν τα τρέχοντα δεδομένα της αγοράς, οι καταθετικοί λογαριασμοί θα μπορούσαν να χωριστούν στις παρακάτω κατηγορίες:
Πρώτον, σε εκείνους με μεγάλο επιτόκιο για δέσμευση μικρού χρονικού διαστήματος (π.χ. τρεις ή έξι μήνες): Με τον τρόπο αυτό ο καταθέτης επιτυγχάνει υψηλή απόδοση για το συγκεκριμένο (μικρό) χρονικό διάστημα, ικανοποιητική ρευστότητα, ενώ παράλληλα περιορίζει τον κίνδυνο του νομίσματος (σενάρια εξόδου της χώρας από το ευρώ), καθώς θα μπορεί και πάλι να έχει ρευστό σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Δεύτερον, δέσμευση για διάστημα έξι έως δώδεκα μηνών με κλιμακούμενο επιτόκιο: Ο επενδυτής καρπώνεται ένα σαφώς ικανοποιητικό μέσο σταθμικό επιτόκιο, υπό την προϋπόθεση ότι θα κρατήσει τα λεφτά «μέσα» έως τη λήξη της επένδυσης (αντίθετα, σε διαφορετική περίπτωση, η απόδοση ψαλιδίζεται σημαντικά). Συχνά, τέτοιοι λογαριασμοί ενισχύουν τη ρευστότητα των πελατών με την καταβολή τόκων σε μηνιαία ή τριμηνιαία βάση, ή ακόμη δίνοντας δικαίωμα αποχώρησης από την επένδυση σε συγκεκριμένες ημερομηνίες (π.χ. στο μέσο της επένδυσης). Στην περίπτωση αυτή, έχουμε ένα συνδυασμό ικανοποιητικού επιτοκίου, με καλή ρευστότητα και δυνατότητα ενδιάμεσης αποχώρησης από την επένδυση. Σε περίπτωση βέβαια αποχώρησης, η απόδοση ψαλιδίζεται σημαντικά.
Τρίτον, «κλειδωμένα» επιτόκια για μεγάλο χρονικό διάστημα: Ο χρονικός ορίζοντας της συγκεκριμένης επένδυσης κυμαίνεται μεταξύ 18 μηνών και 2ετών. Ο προθεσμιακός λογαριασμός προσφέρει είτε μηνιαίο κλιμακούμενο επιτόκιο (οδηγεί σε μια σημαντική απόδοση σε μέσο σταθμικό επίπεδο, ξεκινώντας από χαμηλές αποδόσεις κατά τους πρώτους μήνες), είτε προκαθορισμένα επίπεδα επιτοκίων για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα (π.χ. 5% το πρώτο εξάμηνο και από 4,2% το δεύτερο και το τρίτο).
Το αρνητικό της συγκεκριμένης επένδυσης είναι ότι το μέσο επιτόκιο δεν είναι το υψηλότερο, ωστόσο μπορεί να οδηγήσει σε πολύ σημαντικές αποδόσεις στην περίπτωση που μέσα στους επόμενους 6-24 μήνες τα επιτόκια καταθέσεων αποκλιμακωθούν σημαντικά (εξέλιξη που επιθυμούν οι τράπεζες και η κυβέρνηση και για την οποία πιέζει η τρόικα. Το αν θα γίνει όμως...).
Επιπλέον, επειδή οι λογαριασμοί αυτοί δίνουν ουσιαστικά δυνατότητες αποχώρησης από την επένδυση σε προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα, στην πράξη «κλειδώνουν» μελλοντικά επιτόκια που ο καταθέτης τα καρπώνεται μόνο αν αποφασίσει σχετικά σε μελλοντική χρονική στιγμή.
Και τέταρτον λογαριασμοί απλού ταμιευτηρίου με αρκετά υψηλά επιτόκια κάτω από προϋποθέσεις. Οι λογαριασμοί μισθοδοσίας για παράδειγμα δίνουν υψηλά επιτόκια στους μισθωτούς, αλλά μόνο για τα πρώτα 1.000 έως 5.000 ευρώ.
Άλλες τράπεζες ξεκινούν λογαριασμούς ταμιευτηρίου με σχετικά χαμηλά επιτόκια, αλλά ανεβάζουν σημαντικά τον πήχη σε περίπτωση π.χ. που δεν γίνουν αναλήψεις, ή που γίνουν λιγότερες συναλλαγές από ένα προκαθορισμένο όριο κ.λπ.
Μια παραλλαγή των προϊόντων αυτών είναι οι «λογαριασμοί καταθέσεων υπό προειδοποίηση» (Notice Accounts) όπου προσφέρουν μεν αρκετά ικανοποιητικό επιτόκιο (μεταξύ ταμιευτηρίου και προθεσμίας), αλλά για να γίνει ανάληψη η τράπεζα θα πρέπει να ειδοποιηθεί πριν από ένα χρονικό διάστημα μεταξύ 25 και 35 ημερών.
(Πηγή: euro2day.gr)
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:
