Στο απόλυτο «καταφύγιο» από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης έχουν εξελιχθεί τα γερμανικά κρατικά ομόλογα, με τους επενδυτές να αποδέχονται ακόμα και αρνητικές αποδόσεις για να «φυλάξουν» τα χρήματα τους. Μήπως, όμως, έφτασε η ώρα να αλλάξει η αντίληψη που έχουμε για τη «σίγουρη» αυτή επένδυση;
Με «φόντο» μια οικονομία που γίνεται όλο και πιο συμπαγής, στιβαρή και ισχυρή τις τελευταίες δεκαετίες, τα Bunds έχουν μετατραπεί στο απόλυτο... παράδειγμα σιγουριάς. Οι επενδυτές τα επιλέγουν λόγω της «εγγύησης» που παρέχει η ισχύς της γερμανικής οικονομίας. Με άλλα λόγια, θεωρούνται ένα... θησαυροφυλάκιο υψίστης ασφαλείας, ιδίως από τη στιγμή που τα κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης έχασαν τον χαρακτήρα «μηδενικού κινδύνου».
Οι αποδόσεις των γερμανικών ομόλογων κυμαίνονται από την αρχή της κρίσης σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Ωστόσο, η σημαντική αύξηση ίων πιθανοτήτων εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, μετά το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης Μαΐου, έδωσε ώθηση στη ζήτηση, οδηγώντας το κόστος δανεισμού της Γερμανίας σε αλλεπάλληλα ιστορικά χαμηλά.
Οι ιστορικά χαμηλές αποδόσεις των τελευταίων εβδομάδων διχάζουν την αγορά. Από τη μια, είναι οι διαχειριστές κεφαλαίων που συνεχίζουν να προτείνουν τα γερμανικά ομόλογα ως μια «εγγυημένη» επένδυση. Υποστηρίζουν πως, ό,τι και να γίνει στην Ευρωζώνη, ακόμα και στην περίπτωση διάσπασης, υπάρχει το κατάλληλο σε χαρακτηριστικά Bund που μπορεί να εγγυηθεί τα χρήματα ενός επενδυτή.
«Δίκοπο μαχαίρι»
Στον αντίποδα, αυξάνεται ο αριθμός των fund managers που αμφισβητούν τον βαθμό προστασίας που προσφέρουν τα γερμανικά ομόλογα απέναντι στην κρίση της Ευρωζώνης. Επενδυτές και διαχειριστές κεφαλαίων φοβούνται ότι είναι πολύ πιθανό να «γκρεμιστούν» από τις απίστευτα υψηλές τιμές όπου διαπραγματεύονται κατά την τρέχουσα περίοδο.
Σημειώνεται ότι η σχέση απόδοσης και τιμής ομολόγου είναι αντιστρόφως ανάλογη, δηλαδή, όσο μεγαλύτερη είναι η απόδοση ενός ομολόγου, τόσο χαμηλότερη είναι η τιμή του και το αντίστροφο.
Ορισμένοι εκτιμούν ότι, στην περίπτωση που η Ελλάδα επιλέξει τον δρόμο της εξόδου και κηρύξει στάση πληρωμών, η Γερμανία θα πρέπει να αναλάβει μεγάλο μέρος του βάρους, κυρίως μέσω της εγγύησης καταθέσεων, αλλά και χρεών άλλων προβληματικών οικονομιών.
Φοβούνται, επίσης, μαζικές ρευστοποιήσεις στην περίπτωση που η ελληνική κρίση μπει σε μια νέα φάση, άσχετα με το αν η χώρα εγκαταλείψει το ευρώ. Ορισμένοι προχωρούν ένα βήμα παραπέρα, κάνοντας λόγο ακόμα και για υπερδιπλασιασμό της απόδοσης του δεκαετούς ομολόγου, από το ιστορικό χαμηλό του 1,16%, που κατέγραψε πριν από λίγες ημέρες, έως και το 3%.
Αναλυτές ξένων οίκων σημειώνουν πως, αν η Ελλάδα παραμείνει στο ευρώ, τα γερμανικά ομόλογα θα αποδυναμωθούν, δεδομένου ότι θα υπάρξει αντιστροφή των ροών προς ασφαλή καταφύγια. Σε αντίθετη περίπτωση, η Γερμανία και πάλι δεν γλυτώνει, λόγω της τεράστιας έκθεσής της στις αδύναμες οικονομίες της Ευρωζώνης.
Η έκδοση ευρωομολόγων είναι ακόμα ένας παράγοντας ανησυχίας για τα Bunds. Αν τελικά δοθεί το πράσινο φως για την έκδοσή τους, η Γερμανία δεν θα μπορεί πια να δανείζεται από τις αγορές με βάση τη δική της φερεγγυότητα. Θα πρέπει να μοιραστεί το οικονομικό βάρος των υπόλοιπων χωρών-μελών. Αμέσως, λοιπόν, μετά την έκδοση του ευρωομολόγου, τα γερμανικά ομόλογα δεν θα είναι πλέον ασφαλή καταφύγια.
«Τρομάζει» το downside risk
Τι συμβαίνει στην περίπτωση που κάποιος έχει αγοράσει γερμανικά ομόλογα το 201 1 ή το 2010, όταν οι αποδόσεις ήταν ελαφρώς υψηλότερες; Έχει όφελος να πουλήσει και να αγοράσει σε υψηλότερες τιμές; Συμφέρει κάποιος να τοποθετηθεί βραχυπρόθεσμα, με σκοπό να κερδίσει σε εύλογο χρονικό διάστημα;
Διαχειριστές ομολόγων τονίζουν στο «Κ» ότι το trading ομολόγων (αγορά και πώληση με σκοπό το κέρδος) αυτήν την περίοδο δεν έχει ιδιαίτερο νόημα. Εξηγούν ότι το downside risk είναι τεράστιο σε σχέση με το upside risk. Η πιθανότητα, δηλαδή, να εξελιχθούν τα πράγματα ευνοϊκά για τα γερμανικά ομόλογα (δυσοίωνα για την Ευρωζώνη) ως επένδυση είναι πολύ μικρή σε σύγκριση με το αντίθετο σενάριο.
Οι ίδιοι εκτιμούν πως η επιλογή των γερμανικών ομολόγων εξαρτάται από τις επιθυμίες των επενδυτών. Συνήθως οι επενδυτές επιλέγουν τα διετή ομόλογα, αποταμιεύοντας στην ουσία τα χρήματα τους. Σε αυτήν την περίπτωση, ο επενδυτής έχει να φοβηθεί λίγα πράγματα, όπως την κατάρρευση και πτώχευση της γερμανικής οικονομίας, σενάριο που φαντάζει αυτήν τη στιγμή εξαιρετικά ακραίο. Εντούτοις, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι στα διετή Bunds η απόδοση είναι αρνητική.
Στην περίπτωση που επιλεγούν ομόλογα μεγαλύτερης διάρκειας, έως πενταετίας, για να γίνει break-even, να έχει δηλαδή σχεδόν μηδενική απόδοση ο επενδυτής (0,2% στο 5ετές), η μεγαλύτερη ανησυχία είναι ο πληθωρισμός. Αν οι ευρωπαϊκές Αρχές κινηθούν επιθετικά για την επίλυση της κρίσης και προχωρήσουν σε ποσοτική χαλάρωση ή κάποιο άλλο αναπτυξιακό σχέδιο, τότε ο πληθωρισμός είναι πολύ πιθανό να αυξηθεί. Για κάθε αύξηση του πληθωρισμού κατά 1 %, ο επενδυτής χάνει από τα ομόλογα 3 πόντους στους εκατό, επισημαίνουν traders ομολόγων.
Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση διάσπασης της Ευρωζώνης; Ο επενδυτής που έχει αγοράσει γερμανικά ομόλογα, π.χ., διάρκειας 2-5 ετών, βλέπει την επένδυσή του να μετατρέπεται σε «μάρκο», που είναι βέβαιο ότι θα αποτελεί το ισχυρότερο νόμισμα της Ευρώπης, συνεπώς μόνο οφέλη έχει από αυτήν την εξέλιξη.
(Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Κεφάλαιο)
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:
