Σήμερα, η κυβέρνηση είναι σαφώς πιο προσγειωμένη. Ο υπουργός Οικονομικών κ. Ευάγγελος Βενιζέλος μιλά για αρνητική ανάπτυξη 5,5% φέτος και για αρνητική επίδοση το 2012. Περισσότερο αποκαλυπτικός ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Ηλίας Μόσιαλος δήλωσε πως ακόμη και αν πιάσουμε το στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα το 2012 θα ακολουθήσουν δύσκολα χρόνια…
Προς την ίδια κατεύθυνση είναι και οι προβλέψεις για την Ελλάδα του διεθνούς οίκου Nomura, που αναμένει για το 2012 αρνητική ανάπτυξη 3,6%, επίσημη ανεργία στο 16,7% (από 15,6% φέτος) και δημόσιο χρέος στο 189% του ΑΕΠ (173% φέτος). Η Nomura μάλιστα είναι πολύ πιο σαφής όταν διαπιστώνει «αδύναμες προοπτικές ανάπτυξης, εξ αιτίας των οικονομικών μέτρων και του μακρύ δρόμου που απομένει μέχρις ότου η Ελλάδα να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της»…
Η Deutsche Bank δεν αναφέρθηκε στην πορεία των μακροοικονομικών μεγεθών, αλλά περιορίστηκε στις προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι ελληνικές τράπεζες. Να σημειωθεί, πως φήμες φέρουν τη γερμανική τράπεζα να ενδιαφέρεται να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στην Ελλάδα, σε συνεργασία με την Εθνική Τράπεζα.
Ανεξάρτητα πάντως με το πόσο βάση έχουν οι συγκεκριμένες φήμες, η Deutsche Bank όχι μόνο μείωσε κατά πολύ τις τιμές-στόχους για τους ελληνικούς χρηματοπιστωτικούς ομίλους, αλλά ανέφερε χαρακτηριστικά πως «εξακολουθούμε να παρακολουθούμε προσεκτικά τις ελληνικές τράπεζες, καθ’ όσο αυτές παραμένουν εκτός επενδυτικού χάρτη» (as long they remain outside investment land).
Και φυσικά δεν είναι μόνο οι Γερμανοί της Deutsche Bank που δεν δείχνουν «ζεστοί» για τις μετοχές των ελληνικών τραπεζών. Όσο και αν οι αναλυτές παραδέχονται ότι οι τίτλοι αυτοί μπορούν να προσφέρουν «συγκινήσεις» κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις, αλήθεια είναι πως η συντριπτική πλειονότητα των χρηματιστηριακών οίκων -ελληνικών και ξένων, τραπεζικών και μη- δεν περιλαμβάνουν στις επιλογές τους από το ΧΑ ούτε μία μετοχή ελληνικής τράπεζας…
Οι ξένοι επίσης είναι βαθιά ανήσυχοι για τις εξελίξεις στο μέτωπο της χρηματοδότησης του ελληνικού χρέους, εκδηλώνοντας την ανησυχία τους όχι μόνο για την κατάσταση στη χώρα, αλλά και για τις πιθανές παρενέργειες που προκαλεί αυτή η κατάσταση διεθνώς.
Η Societe Generale για παράδειγμα υποστηρίζει πως «πρέπει να ξεκαθαρίσει η κατάσταση σχετικά με την αβεβαιότητα της αγοράς απέναντι σε μια επικείμενη ελληνική χρεοκοπία. Αυτό μπορεί να γίνει είτε μέσα από τον ερχομό της ίδιας της χρεοκοπίας, ή, όπως φαίνεται να κερδίζει πιθανότητες, με δεδομένες τις πρόσφατες δηλώσεις της ελληνικής κυβέρνησης και της τρόικας, μέσα από ένα συνδυασμό ενός πετυχημένου deal στο πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων και της συνεχιζόμενων δόσεων του προγράμματος διάσωσης».
Η Societe Generale βέβαια θεωρεί πως μια ελληνική χρεοκοπία θα ήταν λάθος -τόσο για την Ελλάδα, όσο και για την Ευρωζώνη- να συνδυαστεί με έξοδο της χώρας από το ευρώ. Ο διεθνής οίκος θεωρεί για την Ελλάδα, εφικτό ένα συνδυασμό πτώχευσης της χώρας και διατήρησης του ευρώ, δηλώνοντας πως «η αποχώρηση από το ευρώ συνεπάγεται ευρύτερη οικονομική χρεοκοπία, που πέρα από το κράτος θα περιλαμβάνει και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις».
Σύμφωνα με τον οίκο, σε μια τέτοια περίπτωση (επιστροφή στη δραχμή), οι υποχρεώσεις των επιχειρήσεων θα αυξηθούν, ο χρηματοοικονομικός κλάδος θα συντριβεί, θα δούμε μαζικές εκροές καταθέσεων πέρα από τις τεράστιες ζημίες που θα υποστεί το ενεργητικό των τραπεζών.
Μια έξοδος όμως της Ελλάδας από το ευρώ, θα ήταν επώδυνη και για την Ευρωζώνη: «Αν η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσιζε να μην καταβάλλει τις υποχρεώσεις της (ύψους 115 δισ. ευρώ), αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει τεράστιο κόστος στο υπόλοιπο ευρωσύστημα».
Ανάλογη είναι η θέση και ενός άλλου γνωστού διεθνούς οίκου, της Credit Suisse, που υποστηρίζει πως μια έξοδος από το ευρώ θα ήταν μια λύση πολιτικά ανεπιθύμητη από την πλευρά της Γερμανίας, πρακτικά πολύ δύσκολη (δεν υπάρχει καν ο σχετικός μηχανισμός) και από οικονομικής άποψης χωρίς ουσιώδη σημασία: «η ομάδα στρατηγικής μας υπολόγισε πως το κόστος για την Ευρώπη από ένα σπάσιμο του ευρώ θα ήταν μεγαλύτερο από το κόστος διατήρησής του». Όσο για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, ένα τέτοιο σενάριο θα κόστιζε στο σύστημα γύρω στα 80 δις ευρώ (ή το 35% του ΑΕΠ), χωρίς να συνυπολογίζονται και άλλες δευτερογενείς επιδράσεις.
Η Credit Suisse εκτιμά ελληνικό default, είτε τον προσεχή Νοέμβριο, είτε το Φεβρουάριο του 2012 και σε μια τέτοια περίπτωση, βασική προϋπόθεση είναι να έχει προλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση να θωρακίσει τις άλλες επικίνδυνες χώρες από τη μετάδοση των παρενεργειών από την Ελλάδα. Όσο, για τις ελληνικές τράπεζες θα απαιτηθεί επανακεφαλαιοποίηση γύρω στα 19 δισ. ευρώ, ποσό που θεωρείται «υψηλό αλλά ανεκτό».
Η δυνατότητα διατήρησης του ευρώ, ακόμη και σε περίπτωση πτωχεύσεως, είναι πολύ σημαντική, καθώς εξασφαλίζεται έτσι το ύψος των καταθέσεων των Ελλήνων πολιτών.
Συγκεκριμένα, η βιωσιμότητα των ελληνικών τραπεζών μπορεί να στηριχτεί στα κεφάλαια του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (χωρίς να συνυπολογίζονται φρέσκο χρήμα που πιθανόν να εισέλθει από τον ιδιωτικό τομέα) και έτσι ο όποιος θεωρητικός κίνδυνος των καταθετών είναι μια απώλεια λόγω επιστροφής στη δραχμή και στη συνέχεια υποτίμησης του νέου νομίσματος έναντι του ευρώ. Ένα τέτοιο σενάριο ωστόσο, δεν φαίνεται να το θεωρούν πιθανό οι ξένοι αναλυτές.
(Πηγή: euro2day.gr)
