Έτσι, την πρώτη Πέμπτη του Απριλίου, η ΕΚΤ αναμένεται να βάλει τέλος στην εποχή των χαμηλών επιτοκίων που ξεκίνησε το 2009, αρχίζοντας ένα ντόμινο αυξήσεων που δημιουργεί κερδισμένους και χαμένους.
«Δεν έχει αλλάξει τίποτε από την περασμένη συνεδρίαση της ΕΚΤ» ανέφερε πρόσφατα ο κ. Τρισέ λέγοντας παράλληλα στους ευρωβουλευτές πως ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη παρουσιάζει αυξητικές τάσεις και δείχνοντας ότι η ΕΚΤ συνεχίζει να στρέφει εκεί το βλέμμα της. Ο ίδιος ο Τρισέ δεν αναφέρθηκε ξεκάθαρα στην Ιαπωνία, αν και φάνηκε ότι αξιολογεί την καταστροφή στη χώρα ως χειρότερη από εκείνη του 1995, όταν ο τότε σεισμός είχε μεν εκατοντάδες θύματα αλλά, τελικά, ελάχιστη επίδραση στην παγκόσμια οικονομία.
Σε κάθε περίπτωση οι αγορές δεν αποκλείουν η αύξηση του Απριλίου να έχει και συνέχεια, με την ΕΚΤ να ανεβάζει συνολικά μέσα στο 2011 στο 1,75% το βασικό επιτόκιο του ευρώ, από 1%, προκειμένου να τιθασευθεί ο ευρω-πληθωρισμός, ο οποίος λόγω της ανόδου στις τιμές των καυσίμων και των εμπορευμάτων ξεπερνά σταθερά το όριο του 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ.
Ποιοι χάνουν
Με αυτά τα δεδομένα λοιπόν, τις πρώτες απώλειες από την άνοδο των επιτοκίων θα βιώσουν εκατομμύρια δανειολήπτες, αλλά και οι ίδιες οι τράπεζες. Η αναμενόμενη αύξηση των επιτοκίων του ευρώ οδηγεί σε ταυτόχρονη άνοδο του διατραπεζικού επιτοκίου Euribor, εκτινάσσοντας τις δόσεις και εκείνων που έχουν στεγαστικό δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Σε απόλυτες τιμές, σήµερα, ένα 20ετές στεγαστικό δάνειο 150.000 ευρώ µε κυµαινόµενο επιτόκιο 4% (επιτόκιο ΕΚΤ 1% πλέον τραπεζικού περιθωρίου 3%) επιβαρύνεται µε δόση 909 ευρώ το μήνα. Αν τελικά το επιτόκιο της ΕΚΤ ανέβει στο 1,5% και κατ’ επέκταση το συνολικό επιτόκιο στο 4,5%, η δόση σκαρφαλώνει στα 949 ευρώ. Προκύπτει δηλαδή επιβάρυνση 40 ευρώ τον µήνα ή 480 ευρώ τον χρόνο. Μάλιστα, το «χαράτσι» ανεβαίνει όσο μεγαλώνει το ύψος του δανείου, αλλά και το χρονικό διάστηµα της αποπληρωµής.
Επίσης, στο απυρόβλητο δεν πρόκειται να μείνουν ούτε τα νέα δάνεια με σταθερό επιτόκιο. Και αυτό γιατί ήδη οι τράπεζες έχουν προχωρήσει το τελευταίο διάστημα σε σιωπηρές αυξήσεις έως και μίας μονάδας σε καταναλωτικά και κάρτες και έως 0,5% στα στεγαστικά, ενώ έπεται και συνέχεια μόλις ανακοινωθεί η αύξηση.
Παράλληλα, και οι ίδιες οι τράπεζες πληρώνουν το τίμημα του ακριβού χρήματος. Καθώς αναγκάζονται να αντλούν ρευστότητα με μεγάλο κόστος, βλέπουν το καθαρό περιθώριο κέρδους τους να συρρικνώνεται, τα κέρδη τους να μειώνονται και τους ισολογισμούς τους να χειροτερεύουν. Η Τράπεζα της Ελλάδος εξ άλλου έχει ζητήσει επανειλημμένως από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να μειώσουν τα επιτόκια, προειδοποιώντας ότι η κατάσταση αυτή δεν είναι βιώσιμη. Εντούτοις, όσο οι πόρτες των διεθνών αγορών παραμένουν κλειστές και ο κίνδυνος για τα ελληνικά ομόλογα και την οικονομία γενικότερα παραμένει ορατός, οι τράπεζες θα συνεχίζουν να πληρώνουν ακριβά τη ρευστότητα τους, είτε αυτή προέρχεται εκτός είτε εντός συνόρων.
Και ποιοι κερδίζουν
Στον αντίποδα, οι καταθέτες και οι επενδυτές είναι αυτή τη στιγμή οι μεγάλοι κερδισμένοι από την άνοδο των επιτοκίων. Για ποσά άνω των 30.000 ευρώ και για τρίμηνη ή εξάμηνη διάρκεια, μπορεί κανείς σήμερα με ευκολία να αξιώσει επιτόκια της τάξης του 4,5% ή ακόμη και του 5% σε προθεσμιακές καταθέσεις, κυρίως από μικρότερες τράπεζες. Ακόμα όμως και τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν μπει στο «παιχνίδι», δίνοντας επίσης δελεαστικά επιτόκια, τουλάχιστον 3,5% ή και 4%.
Παράλληλα, κερδίζουν έδαφος και οι λεγόμενες «κλιμακωτές» καταθέσεις, τις οποίες οι τράπεζες διαθέτουν σε εκείνους που θέλουν υψηλές αποδόσεις αλλά και δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης. Στην περίπτωση αυτή, για όσο μεγαλύτερο διάστημα αφήνει κανείς τα χρήματά του στην τράπεζα, τόσο αυξάνει και το επιτόκιο, φτάνοντας ακόμα και στο 10%.
(πηγή: bankingnews.gr)
