Με την εφαρμογή του νόμου ναι μεν θα συνεχίσουν να υπάρχουν και να υπογράφονται κλαδικές συμβάσεις εργασίας, ωστόσο επέρχεται αποδυνάμωσή τους καθώς δεν θα εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις που θα υπογράφονται Ειδικές Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας με τη συμφωνία εργοδοτών-εργαζομένων.
Ωστόσο, οι εκπρόσωποι των μικρομεσαίων επιχειρήσεων τονίζουν ότι ο νέος νόμος οδηγεί σε άνισο ανταγωνισμό μεταξύ μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων σε ό,τι αφορά τη συμπίεση του μισθολογικού κόστους και κατά συνέπεια του κόστους λειτουργίας τους. Παρά το γεγονός ότι στόχος της τρόικας, άρα και της κυβέρνησης, είναι η τόνωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων μέσω της ευελιξίας στα εργασιακά, η άμεση υπογραφή των Ειδικών Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας μπορεί να γίνει μόλις σε 200 εταιρίες, οι οποίες απασχολούν μόλις το 15% των μισθωτών της χώρας.
Το υπόλοιπο περίπου 90% των επιχειρήσεων της χώρας θα πρέπει είτε να περιμένει να διαπραγματευτεί με το κλαδικό σωματείο, είτε να προσπαθήσει να συστήσει σωματείο (κάτι που αφορά περίπου 750.000 επιχειρήσεις σε σύνολο 850.000 που λειτουργούν στην ελληνική επικράτεια), εάν αυτό επιτρέπεται από το καταστατικό του κλαδικού σωματείου (για όσες απασχολούν πάνω από 20 εργαζομένους, που δεν ξεπερνούν τις 50.000). Και οι δύο παραπάνω περιπτώσεις είναι ιδιαίτερα χρονοβόρες με αποτέλεσμα ο νόμος να μην μπορεί να στηρίξει την ίδια τη βιωσιμότητά τους.
Οι αλλαγές που φέρνει το 2011 στα εργασιακά
Αναλυτικότερα, η νομοθετική ρύθμιση για τις επιχειρησιακές συμβάσεις προβλέπει ότι:
• Η μείωση αποδοχών θα επεκτείνεται με μοναδικό περιορισμό τις κατώτατες αποδοχές των 740 ευρώ που προβλέπει η Εθνική Σύμβαση Εργασίας.
• Κατά την εφαρμογή των συμβάσεων αυτού του τύπου δεν θα υπάρχει ρήτρα απαγόρευσης των απολύσεων, ούτε των «ευέλικτων» μορφών απασχόλησης. Αντιθέτως, υπάρχει ρητή πρόβλεψη ότι από τη σύμβαση θα προσδιορίζεται ο αριθμός των θέσεων εργασίας, καθώς και λοιποί όροι, όπως μερική απασχόληση, εκ περιτροπής εργασία, διαθεσιμότητα, διάρκεια εφαρμογής, περιλαμβανομένων τυχόν όρων για τη διαδικασία επανόδου στην κανονική εφαρμογή των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
• Η διάρκεια εφαρμογής θα είναι ετήσια με δυνατότητα ανανέωσης, ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης.
• Οι επιχειρησιακές συμβάσεις δεν καλύπτονται από την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων, ούτε εφαρμόζονται σε αυτές τυχόν επεκταθείσες κλαδικές συλλογικές συμβάσεις.
• Οι ειδικές συμβάσεις θα μπορούν να συναφθούν και σε επιχειρήσεις με λιγότερους από 50 εργαζόμενους, όπου αν δεν υπάρχει επιχειρησιακό σωματείο οι εργαζόμενοι εκπροσωπούνται από την κλαδική οργάνωσή τους ή την αντίστοιχη ομοσπονδία.
• Το Συμβούλιο Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας θα ελέγχει το περιεχόμενο της σύμβασης χωρίς να μπορεί να απορρίψει τη σύναψή της.
• Περιορίζεται η αμοιβή όσων εργάζονται με μερική απασχόληση, ώστε συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής από τυχόν πρόσθετη εργασία, πέρα από αυτή που έχει συμφωνηθεί, να είναι ανάλογη με του εργαζόμενου πλήρους απασχόλησης σε ανάλογη θέση εργασίας, χωρίς προσαυξήσεις. Κόβεται δηλαδή η προσαύξηση του 7,5% για όσους εργάζονταν κάτω από τέσσερις ώρες ημερησίως και 10% για όσους εργάζονταν περισσότερο από 4 ώρες.
• Επεκτείνεται ο χρόνος της διαθεσιμότητας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα από 6 σε 9 μήνες.
• Επανακαθορίζεται η διάρκεια της απασχόλησης εργαζομένων σε έμμεσο εργοδότη («ενοικιαζόμενοι») –με τυχόν παρατάσεις– στους 36 μήνες από 18 που είναι σήμερα. Μετά την πάροδο των 36 μηνών ο εργαζόμενος θεωρείται ότι έχει σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη.
• Η δοκιμαστική περίοδος στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θα έχει διάρκεια έως 12 μήνες, και η σύμβαση εργασίας μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης, εκτός κι αν έχει συμφωνηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη κάτι άλλο.
• Μειώνεται ο χρόνος προειδοποίησης για την απόλυση εργαζόμενου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας εργασίας από 12 έως 24 μήνες, σε έναν μήνα. Σε περίπτωση μη προειδοποίησης, τότε προβλέπεται αποζημίωση απόλυσης ενός μηνός.
• Η προσφυγή στη διαιτησία περιορίζεται στον καθορισμό βασικού ημερομισθίου ή/και βασικού μισθού. Για τα λοιπά θέματα μπορεί να συνεχιστεί οποτεδήποτε η συλλογική διαπραγμάτευση προκειμένου να συναφθεί συλλογική σύμβαση εργασίας.
• Οι αποφάσεις του ΟΜΕΔ δεν θα είναι καταληκτικές και δεσμευτικές, καθώς θα μπορούν να προσβάλλονται διά της δικαστικής οδού.
(πηγή: express.gr)
